Αγ. Θωμά 17, Τ.Κ. 11527, Αθήνα

3. Δικαιωμάτων του Ασθενή και Διαμόρφωσης των σχέσεων μεταξύ Ιατρού και Ασθενή

Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη και η σύνθεση μιας λίστας δικαιωμάτων του ασθενή συντελείται στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των σχέσεων μεταξύ ιατρού και ασθενή, οι οποίες αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της λειτουργίας των δικαιωμάτων αυτών. Μάλιστα, τόσο ο ΚΙΔ όσο και ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Δεοντολογίας του 1987 ρυθμίζουν, κατά τρόπο ρητό, την επαγγελματική συμπεριφορά του ιατρού προς τον ασθενή και τις μεταξύ τους σχέσεις. Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, στα δικαιώματα του ασθενή συγκαταλέγονται τα ακόλουθα:

1.      Ο ασθενής έχει δικαίωμα να προσέρχεται στις υπηρεσίες υγείας και να επιλέγει ελεύθερα εκείνες τις υπηρεσίες υγείας που, κατά την κρίση των ειδικών, είναι κατάλληλες και απαραίτητες για την αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του (άρθρο 47 παρ. 1 Ν. 2071/1992). Ειδικότερα, ο ασθενής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, έχει δικαίωμα πρόσβασης σε άμεση και ποιοτικά ανώτερη υπηρεσία υγείας για την απόλαυση του κοινωνικού δικαιώματος στην υγεία και την αποκατάσταση της υγείας του.

2.      Ο ασθενής διατηρεί το δικαίωμα της πλήρους ενημέρωσης σχετικά με την πραγματική κατάσταση της υγείας του. Η ενημέρωση του ασθενή θα πρέπει να είναι πλήρης, κατανοητή και εμπεριστατωμένη, προκειμένου ο ασθενής να διαμορφώνει πλήρη εικόνα των οικονομικών, κοινωνικών και ιατρικών διαστάσεων της κατάστασής του και να λαμβάνει ο ίδιος τις κρίσιμες αποφάσεις για τη ζωή του ή να τις συνδιαμορφώνει με άλλους (άρθρο 47 παρ. 4 και 5 Ν.2071/1992). Επιπρόσθετα, στα πλαίσια της πλήρους ενημέρωσης, ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης σε ιατρικά αρχεία σχετικά με τη θεραπεία του, με σκοπό την απόκτηση γνώσης που αφορά τη θεραπεία του και την πραγματική κατάσταση της υγείας του (άρθρο 10 Ν. 2619/1998, παρ. 4.4, Διακήρυξη WHO). Η ενημέρωση δύναται να γίνεται είτε στον ίδιο τον ασθενή είτε στον νόμιμο εκπρόσωπό του, ενώ θα πρέπει να περιγράφει με σαφή και κατανοητό τρόπο την ακριβή κατάσταση της υγείας του, καθώς και τυχόν επεμβάσεις και λοιπές πράξεις. Ωστόσο, πληροφορίες δύναται να αποκρυφτούν από τον ασθενή κατ’ εξαίρεση, όταν υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύεται ότι οι πληροφορίες αυτές, χωρίς να υπάρχει καμία προσδοκία για προφανή οφέλη, θα προξενήσουν σε αυτόν σοβαρή βλάβη. Επιπρόσθετα, ο ιατρός υποχρεούται να σέβεται την επιθυμία του ασθενή για μη ενημέρωση του ίδιου αλλά και τρίτων προσώπων. Επίσης, μέσα στο πλαίσιο της ενημέρωσης του ασθενή εντάσσεται και η υποχρέωση πληροφόρησής του αναφορικά με την ταυτότητα και την επαγγελματική ιδιότητα των ατόμων που παρέχουν υπηρεσίες υγείας.

3.      Ο ασθενής διατηρεί το δικαίωμα συγκατάθεσης και συμμετοχής στη διενέργεια πράξεων στον ίδιο, για ερευνητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς (Ν.3418/2005). Στην περίπτωση αυτή, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συναίνεση του ασθενή πριν από κάθε πράξη, η οποία θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα πλήρους και εκ των προτέρων ενημέρωσης για τους κινδύνους και τις επιπλοκές που ενδέχεται να προκύψουν ή να προκληθούν από την εφαρμογή πειραματικών ιατρικών μεθόδων (άρθρο 47 παρ. 4 και 5 Ν.2071/1992, άρθρα 11, 12 και 22 Ν.3418/2005). Η πληροφόρηση θα πρέπει να είναι εκτενής και η συναίνεση του ασθενή θα πρέπει να είναι ρητή, ενώ δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε από αυτόν. Ειδικότερα, οι κίνδυνοι για το υποκείμενο έρευνας-ασθενή δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογοι προς τα οφέλη που ενδέχεται να προκύψουν για τον ίδιο ή για άλλους ανθρώπους (άρθρο 16, Ν.2619/1998).

4.      Κάθε ασθενής έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τη φροντίδα που είναι κατάλληλη για τις ανάγκες της υγείας του, συμπεριλαμβανομένων της προληπτικής ιατρικής και άλλων δραστηριοτήτων που στοχεύουν στην προαγωγή της υγείας και στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η φροντίδα που παρέχεται στον ασθενή μέσω των υπηρεσιών υγείας περιλαμβάνει κάθε είδους αναγκαία γι’ αυτόν υπηρεσία υγείας, όπως ιατρική, νοσηλευτική, παραϊατρική, με ανάλογη καλή μεταχείριση από όλες τις άλλες γενικές υπηρεσίες, διοικητικές και τεχνικές (άρθρο 47 Ν.2071/1992). Οι ασθενείς έχουν το συλλογικό δικαίωμα να μετέχουν με εκπρόσωπο τους σε κάθε επίπεδο του συστήματος για τη φροντίδα της υγείας τους, για θέματα που αναφέρονται στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση των υπηρεσιών. Ο ασθενής έχει δικαίωμα επιλογής και αλλαγής ιατρού, όπως επίσης και αξιοπρεπούς αντιμετώπισης αναφορικά με τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη φροντίδα του (άρθρο 7 παρ. 2 Συντ., άρθρο 47 παρ. 3 Ν.2071/1992, άρθρο 28 παρ. 3 και 4 Ν.3418/2005).

5.      Ο ασθενής έχει δικαίωμα στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό (άρθρο 9Α Συντ., άρθρο 47 παρ. 6 Ν.2071/1992, άρθρα 5, 13 και 14 Ν.3418/2005). Κάθε πληροφορία που αναφέρεται στην κατάσταση της υγείας του αλλά και κάθε άλλη πληροφορία προσωπικής φύσης θεωρούνται εμπιστευτικές, ακόμη και μετά τον θάνατό του. Εμπιστευτική πληροφορία δύναται να αποκαλυφθεί μόνο αν ο ασθενής παραχωρήσει ρητά τη συναίνεσή του ή αν ο Νόμος παρέχει σαφώς το δικαίωμα αυτό. Όλα τα στοιχεία αναγνώρισης του ασθενή πρέπει να προστατεύονται, όπως επίσης ανθρώπινες ουσίες από τις οποίες δύναται να προκύψουν στοιχεία αναγνώρισής του. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά αρχεία του και σε οποιοδήποτε άλλο αρχείο στο οποίο περιέχονται στοιχεία περί τη διάγνωση, τη θεραπεία και τη φροντίδα του. Ειδικότερα, ο ιατρός οφείλει να τηρεί τον απόρρητο χαρακτήρα των στοιχείων που του εμπιστεύθηκε ο ασθενής ή στοιχείων που περιήλθαν σε γνώση αυτού. Παράλληλα, η τήρηση του ιατρικού απόρρητου δεν επιτρέπει στον ιατρό να χορηγεί σε οποιονδήποτε τρίτο στοιχεία που αφορούν τον ασθενή του, πλην του ίδιου ή των νόμιμων προς τούτο εξουσιοδοτημένων προσώπων. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι το ιατρικό απόρρητο κάμπτεται σε ειδικές περιπτώσεις, όπως: εκπλήρωση καθήκοντος, αναγγελία θανάτου, γεννήσεως, δήλωσης μολυσματικής νόσου, καθώς και για την προστασία του δημόσιου ή άλλου δικαιολογημένου συμφέροντος, όπως: η προστασία της υγείας ηλικιωμένων και ανίκανων ατόμων, παιδιών, αναπήρων κ.λ.π., η πρόληψη δημόσιου κινδύνου. Δεν είναι δυνατή η διείσδυση στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του ασθενή, εκτός εάν αυτό, σε συνδυασμό με τη συναίνεση του ασθενή, μπορεί να βοηθήσει στη διάγνωση, θεραπεία και φροντίδα αυτού. Ιατρικές επεμβάσεις μπορούν να γίνουν μόνον όταν επιδεικνύεται κατάλληλος σεβασμός στην ιδιωτικότητα του ατόμου. Αυτό σημαίνει ότι στις ιατρικές επεμβάσεις παρίστανται αποκλειστικά εκείνα τα άτομα τα οποία είναι αρμόδια για την αποκατάσταση της υγείας του, εκτός αν ο ασθενής συναινεί ή απαιτεί κάτι άλλο (Ν.2071/1992).

6.      Ο ασθενής έχει δικαίωμα να τυγχάνει ανάλογου σεβασμού και αναγνώρισης σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις του, δεδομένου ότι αυτά τα δύο στοιχεία είναι συστατικά της προσωπικότητάς του (άρθρο 13§1 Συντ., άρθρο 47§7 Ν.2071/1992, άρθρο 8§4 & άρθρο 28§6 Ν.3418/2005). Εξάλλου, η σχέση ιατρού και ασθενή στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, στον σεβασμό της αξιοπρέπειας του ασθενή, συμπεριλαμβανομένων των απόψεων του, θρησκευτικών, φιλοσοφικών και πολιτικών. Συνεπώς, κρίνεται απόλυτα αναγκαίος ο αποκλεισμός της καταστρατήγησης της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ ιατρού και ασθενή (Εισηγητική έκθεση ΚΙΔ). Πάντως, αυτό το δικαίωμα του ασθενή κάμπτεται στις περιπτώσεις που η ζωή του τίθεται σε κίνδυνο (π.χ. σε περίπτωση μετάγγισης αίματος μαρτύρων του Ιεχωβά).

7.      Ο ασθενής έχει δικαίωμα υποβολής αναφοράς διαμαρτυρίας ή ένστασης στις αρμόδιες αρχές και, ακολούθως, πλήρους ενημέρωσης για τα αποτελέσματα των ενεργειών του. Το δικαίωμα αυτό τελεί σε συνάρτηση της διάταξης του άρθρου 10 του Συντάγματος, βάσει του οποίου ο πολίτης έχει το δικαίωμα του αναφέρεσθαι στις αρχές (άρθρο 47 Ν.2071/1992, άρθρο 10 Συντ.).

8.      Ο ασθενής διατηρεί το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής ιατρού ή θεραπευτηρίου δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, με τη χρήση ατομικού βιβλιαρίου υγείας. Η απόλαυση του δικαιώματος αυτού από τον ασθενή είναι καθολική, χωρίς διακρίσεις και βάσει τόσο της ασφαλιστικής κάλυψής του όσο και της οικονομικής δυνατότητάς του (Αλεξιάδης, 2004). Όσον αφορά μεν τον δημόσιο τομέα, η κάλυψη του δικαιώματος αυτού ενδέχεται να είναι πλημμελής, λόγω έλλειψης κάποιας ιατρικής ειδικότητας ή κατάλληλου εξοπλισμού ή ειδικού θεραπευτηρίου. Όσον αφορά δε τον ιδιωτικό τομέα, ο ασθενής έχει το δικαίωμα, μέσα από την ασφαλιστική κάλυψή του ή ιδιωτικώς, να επιλέξει ελεύθερα τον ιατρό ή το θεραπευτήριο, χωρίς κάποιο εμπόδιο ή κώλυμα που να αποτρέπει τον ασθενή από την λήψη υπηρεσιών υγείας (Ν.2071/1992, άρθρο 1§2 και άρθρο 20, άρθρο 5§1 Συντ.).

9.      Ο ιατρός, πριν από κάθε ιατρική πράξη, οφείλει να ζητά τη συναίνεση του ασθενή, σύμφωνα με τον ΚΙΔ, άρθρο 11 (Ν.3418/2005) και τη σύμβαση του Οβιέδο (Ν.2619/1998, άρθρο 5), αφού προηγηθεί η ενημέρωση του ασθενή για όλα τα δεδομένα και τους κινδύνους που ενδεχομένως να προκύψουν από την θεραπεία ή την επέμβαση. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί ότι η δοθείσα από τον ασθενή συναίνεση υπόκειται οποτεδήποτε σε ανάκληση.

Επιπλέον, η συναίνεση του ασθενή είναι έγκυρη μόνο όταν καλύπτονται οι προϋποθέσεις πλήρους και απόλυτα κατανοητής πληροφόρησής του, ώστε να είναι ικανός για τη συναίνεση και η συναίνεση να μην αποτελεί προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και να μην συγκρούεται με τα χρηστά ήθη. Σε περίπτωση, όμως, που ο ασθενής δεν είναι ικανός να συναινέσει, τότε ο νόμιμος αντιπρόσωπός του διαθέτει αυτό το δικαίωμα.

Κατ’ εξαίρεση, η συναίνεση του ασθενή δεν απαιτείται:

(α) όταν η κατάσταση αυτού χαρακτηρίζεται ως κατεπείγουσα, οπότε ο ασθενής δεν είναι σε θέση να χορηγήσει την απαραίτητη προς τούτο συναίνεση,

(β) όταν ο ασθενής είναι ανήλικος, οπότε στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα παροχής συναίνεσης ασκείται από τους γονείς ή άλλους συγγενείς του ανήλικου, οι οποίοι, όμως, ενδέχεται για δικούς τους λόγους (θρησκευτικούς, ιδεολογικούς κ.λ.π.) να αρνηθούν να παράσχουν την απαιτούμενη συναίνεση. Στην περίπτωση αυτή, επειδή ο κίνδυνος για τη ζωή του ασθενή ή για την πρόκληση βλάβης στην υγεία του είναι υπαρκτός και άμεσος, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος να προβεί σε άμεσες ενέργειες για την αντιμετώπιση της κατάστασης, δηλαδή ζητά την άμεση παρέμβαση της αρμόδιας εισαγγελικής αρχής για τη λύση του προβλήματος.

Τέλος, να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο ιατρός ενεργήσει πάνω στον ασθενή ιατρικές πράξεις χωρίς να έχει τη συναίνεση του ίδιου ή των συγγενών του, υποπίπτει σε πταίσμα και, εφόσον ο ασθενής υποστεί ζημία, ο ιατρός υποχρεούται σε αποκατάσταση αυτής, ακόμη και εάν είχε ενεργήσει σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης.

Όσον αφορά τον τύπο της συναίνεσης, αυτός αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία αυτής, δεδομένου ότι κατοχυρώνει αμφότερες πλευρές, τόσο του ιατρού όσο και του ασθενή.

Γι’ αυτό θα πρέπει να είναι γραπτή, ώστε να διασφαλίζονται όλοι οι εμπλεκόμενοι και να διευκολύνονται οι διαδικασίες ενώπιον του δικαστηρίου, οσάκις τούτο απαιτηθεί. Η γραπτή συναίνεση παραχωρείται από τον ασθενή κυρίως σε περιπτώσεις σοβαρών χειρουργικών επεμβάσεων, καθώς επίσης και για κρίσιμες διαγνωστικές μεθόδους.

Αντίθετα, η προφορική συναίνεση δεν διασφαλίζει τον ιατρό σε περιπτώσεις σοβαρών ιατρικών πράξεων, ακόμη και όταν παραχωρείται από τον ασθενή παρουσία μαρτύρων οι οποίοι είναι συγγενείς του. Ο προφορικός τύπος θεωρείται επαρκής για τον ιατρό μόνο σε περιπτώσεις μη σοβαρών εξετάσεων ή άλλων θεραπευτικών μεθόδων.

Οι περιπτώσεις της γραπτής και προφορικής συναίνεσης αποτελούν τη λεγόμενη δηλούμενη συναίνεση. Εκτός, όμως, αυτής έχουμε και την αυτονόητη συναίνεση, η οποία συνάγεται από τη συμπεριφορά του ασθενή και είναι η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη, κυρίως σε ιατρικές εξετάσεις απλές και ανώδυνες.

Τέλος, ορισμένα δίκαια, όπως το αγγλικό και το αμερικάνικο, για την απαλλαγή του ιατρού από την ευθύνη του, απαιτούν συνήθως όχι απλώς την ύπαρξη συναίνεσης αλλά συναίνεση μετά από ενημέρωση του ασθενή εκ μέρους του ιατρού για τους ενδεχομένους κινδύνους-επιπλοκές της σκοπούμενης χειρουργικής επέμβασης ή άλλης θεραπείας.

Ενημερωθείτε περαιτέρω από τους σχετικούς νόμους με τα δικαιώματα σας

·        Ν. 2071/1992 –ΦΕΚ 123Α (άρθρο 47, 94, 100)

·        Ν. 2519/1997 – ΦΕΚ 165Α  (άρθρο 1)

·        Ν. 2619/1998 – ΦΕΚ 132Α  (άρθρο 1)

·        Ν. 3293/2004 – ΦΕΚ 231Α (άρθρο 18)

·        Ν. 3418/2005 – ΦΕΚ 287Α (άρθρα 12,13 και 14)

·        Ν. 4213/2013 – ΦΕΚ 261Α

·        Ν. 4368/2016 (άρθρο 60)

·        ΠΔ 63/2005 – ΦΕΚ 98Α (άρθρο 90)

·        ΠΔ 106/2014 – ΦΕΚ 173Α

ΠΔ 73/2015 – ΦΕΚ 116Α

Επιλογές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων
Όταν επισκέπτεστε τον ιστότοπό μας, ενδέχεται να αποθηκεύει πληροφορίες μέσω του προγράμματος περιήγησής σας από συγκεκριμένες υπηρεσίες, συνήθως με τη μορφή cookie. Εδώ μπορείτε να αλλάξετε τις προτιμήσεις απορρήτου σας. Λάβετε υπόψη ότι ο αποκλεισμός ορισμένων τύπων cookie μπορεί να επηρεάσει την εμπειρία σας στον ιστότοπό μας και στις υπηρεσίες που προσφέρουμε.